αυτοσχεδιασμός

αυτοσχεδιασμός
Η ικανότητα να πραγματοποιεί κανείς κάτι χωρίς προπαρασκευή συχνά κάτω από την πίεση αντικειμενικής ανάγκης, ακολουθώντας την έμπνευση της στιγμής. Ιδιαίτερα ο όρος χρησιμοποιείται στη μουσική, στον χορό και στο θέατρο για την εκτέλεση σύνθεσης, χορογραφίας, παντομίμας ή ρόλου (ολοκληρωμένου έργου ή μέρους) ταυτόχρονα με τη δημιουργία τους ως ιδέας, όπως επίσης και στην προφορική λογοτεχνία, στη ρητορική και στη διαπραγμάτευση θεμάτων με τον προφορικό λόγο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο α. μπορεί να αναχθεί σε τέχνη και να υπάρξει σύστημα άσκησης των αυτοσχεδιαστικών ικανοτήτων. (Μουσ.) Η εκτέλεση ενός κομματιού ταυτόχρονα με τη σύνθεσή του. Ο μουσικός α. έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μουσική δραστηριότητα του 18ου αι., οπότε ο συνθέτης κάτω από τους βαθύτερους φθόγγους (basso) ενός κομματιού, για πληκτροφόρα κυρίως όργανα, έγραφε ορισμένους αριθμούς (= ενάριθμο βάσιμο) που ο εκτελεστής μετέφραζε σε συγχορδίες και μελωδίες της στιγμής. Α. γίνεται, είτε με βάση ένα ορισμένο μελωδικό ή αρμονικό υλικό, όπως στην Καντέντσα των κοντσέρτων για ένα όργανο και ορχήστρα, οπότε ο εκτελεστής, ξεκινώντας από ένα ήδη ακουσμένο μουσικό υλικό, κάνει μια επίδειξη των δεξιοτεχνικών του ικανοτήτων, είτε και με μουσικό υλικό που ο εκτελεστής επινοεί τη στιγμή που το εκτελεί σε ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο. Μεγάλοι δεξιοτέχνες του α. υπήρξαν ο Μπαχ, ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν, ο Λιστ και, κάπως πιο πρόσφατα, ο Σεζάρ Φρανκ. Στην τζαζ με τον όρο α. εννοούνται τα σόλο των εκτελεστών στα jam sessions,όρος που έλαβε μεγάλη διάδοση μετά την εποχή του bebop (1950). (Θέατρ.) Ο α. στο θέατρο είναι η τέχνη της αυτοσχέδιας ηθοποιίας. Ανάλογα με τον τύπο του θεάτρου (δραματικό, μουσικό κλπ.) στον οποίο αναφέρεται, ο όρος πήρε διάφορες σημασίες. Η χρυσή εποχή του θεατρικού α. ήταν η Commedia dell’ arte που λέγεται και Commedia all’ improviso (κωμωδία α.). Στη σύγχρονη εποχή ο α. στο θέατρο έχει αποκτήσει εντελώς ιδιαίτερη σημασία, κυρίως στα πρωτοποριακά ή πειραματικά συγκροτήματα. Η πρόθεση των καλλιτεχνών αυτών, αντίθετα με τις κλασικές έννοιες της παράστασης, είναι όχι η ερμηνεία αλλά η ολοκληρωμένη δημιουργία, όχι να παριστάνεται κάτι, αλλά να πραγματοποιείται και να γίνεται απρόσμενα, όπως τα γεγονότα της καθημερινής μας ζωής. Ακραία έκφραση αυτή της τάσης, κυρίως στην Αμερική, αποτελούν τα λεγόμενα δραματικά ή μουσικά happenings (συμβάντα), στα οποία δεν υπάρχει διαχωρισμός χώρου (χώρος σκηνής, χώρος θεατών) ή προσώπων (κοινό, μουσικοί, ηθοποιοί). Φυσικά η επανάληψη αυτών των συμβάντων δεν είναι δυνατή, όπως στις παραστάσεις και στις συναυλίες, με τις συμβατικές τους έννοιες. Μεγάλη χρήση α. γίνεται και στο θέατρο της Ανατολής, κυρίως στο Θιβέτ (θρησκευτικά εορταστικά χοροδράματα του Σικίμ), στην Ινδονησία (Μπαζί), και στα Κιογκέν, τα κωμικά ιντερμέδια του ιαπωνικού θεάτρου vo. (Λογοτ.)Σε κάθε ποιητή ίσως συνέβη κάποτε να αυτοσχεδιάσει. Ο α. όμως στη λογοτεχνία είναι φαινόμενο που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Ιταλία την περίοδο της Αναγέννησης και πήρε διάφορες μορφές στην προρομαντική και τη ρομαντική περίοδο. Στην αυλή των Μεδίκων, του Λέοντα Ι’, και σε άλλες του 15ου και του 16ου αι., συνήθιζαν να συνθέτουν αυτοσχέδιους στίχους. Η αρκαδική λατρεία για την απλή ποίηση και κυρίως η ρομαντική αντίληψη για το αυθόρμητο της ποίησης έδωσαν μεγάλη αξία, κατά τον 18ο και 19ο αι., στους νέους βάρδους και τροβαδούρους, που τραγουδούσαν αυτοσχεδιάζοντας. Παντού εμφανίστηκαν ακαδημίες, όπου οι ποιητές αυτοσχεδίαζαν πάνω σε θέματα που τους έδινε το ακροατήριο. Ένας από αυτούς μάλιστα, ο Τ.Σ. Σγκρίτσε, αυτοσχεδίαζε ολόκληρες τραγωδίες. Μερικοί αυτοσχεδιαστές παρενέβαλαν στα παραδοσιακά θέματα άλλα εμπνευσμένα από τα γεγονότα της εποχής τους, κυρίως θέματα πατριωτικής προπαγάνδας. (Λαογρ.)Ο ελληνικός λαός εξακολουθεί να αυτοσχεδιάζει, στην ύπαιθρο κυρίως, ποιήματα και τραγούδια, στις συγκεντρώσεις του που γίνονται στα πανηγύρια και στους χορούς ή σε γάμους, θανάτους κλπ. Στον χορό, π.χ., που σέρνουν στην πλατεία του χωριού, τα κορίτσια αυτοσχεδιάζουν συγχρόνως δίστιχα και το ίδιο γίνεται στις κούνιες του Πάσχα και στον Κλήδονα. Σε αυτό βέβαια τους βοηθά το πλήθος των δίστιχων που έχουν απομνημονεύσει προηγουμένως σε ανάλογες περιπτώσεις. Τα περισσότερα επίσης από τα γαμήλια τραγούδια του χωριού καθώς και τα παινέματατης νύφης τα αυτοσχεδιάζουν εκείνη τη στιγμή τα κορίτσια που στολίζουν τη νύφη ή είναι α. που έμειναν στον λαογραφικό πλούτο της ελληνικής υπαίθρου. Κάτι ανάλογο γίνεται και με τα μοιρολόγια, κυρίως της Μάνης. Είτε τα τραγουδούν οι μοιρολογίστρες είτε όλες οι γυναίκες του χωριού που παραστέκουν τον νεκρό απαντούν αυτοσχεδιάζοντας η μία στην άλλη. Αλλά και γεγονότα της καθημερινής ζωής, όπως οι ομαδικές αγροτικές εργασίες, ο αποχωρισμός, το νανούρισμα του μωρού, αποτελούν ευκαιρίες α. Στο θέατρο, ο αυτοσχεδιασμός γνώρισε την ακμή του με την Κομέντια ντελ’ άρτε (17ος αι.), είδος στο οποίο ο ηθοποιός υποδυόταν έναν σταθερό τύπο χωρίς όμως περιορισμούς από κείμενα. Στον πίνακα απεικονίζονται χαρακτηριστικοί τύποι του θεατρικού αυτού είδους. Ο αυτοσχεδιασμός, αναπόσπαστο στοιχείο της τζαζ μουσικής, ξεκίνησε από την ελεύθερη ανάπτυξη θεμάτων σουίνγκ και ντίξιλαντ, στις ορχήστρες της Νέας Ορλεάνης.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αυτοσχεδιασμός — ο το να κάνει κανείς κάτι πρόχειρα, χωρίς προηγούμενο σχέδιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοσχεδιασμοῖς — αὐτοσχεδιασμός extemporaneous speaking masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιασμούς — αὐτοσχεδιασμός extemporaneous speaking masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κομέντια ντελ’ άρτε — (Commedia dell’ arte). Πολυσύνθετο θεατρικό φαινόμενο ιταλικής προέλευσης, του οποίου η γέννηση χρονολογείται περίπου στα μέσα του 16ου αι. Χαρακτηρίζεται από την έλλειψη καθαυτό θεατρικού κειμένου, το οποίο αντικαθίσταται από μια υπόθεση με πολύ …   Dictionary of Greek

  • αυτοσχεδίασμα — το και αυτοσχεδιασμός, ο (Α αὐτοσχεδίασμα, το και αὐτοσχεδιασμός, ο) [αὐτοσχεδιάζω] λόγος ή πράξη που γίνεται πρόχειρα, χωρίς πρετοιμασία νεοελλ. ειδική ικανότητα των ηθοποιών να αυτοσχεδιάζουν, να δίνουν εντελώς προσωπική ερμηνεία, με εμπνεύσεις …   Dictionary of Greek

  • καντέντσα — (cadenza). Μουσικός αυτοσχεδιασμός με δεξιοτεχνικό χαρακτήρα. Ξεκίνησε να εφαρμόζεται κυρίως τον 18ο αι. από τους τραγουδιστές και τους σολίστες των κοντσέρτων, με σκοπό να γίνει πιο έκδηλη η κλίμακα των τεχνικών τους προσόντων. Με την έννοια… …   Dictionary of Greek

  • μονωδία — Μέλος για μια μόνο φωνή χωρίς συνοδεία, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα έως τον 9o αι., δηλαδή έως την έναρξη της εποχής της πολυφωνίας. Η περίοδος της μ. ονομάστηκε μονωδιακή ή ομοφωνική, όρος που σημαίνει ότι μια ομάδα… …   Dictionary of Greek

  • σόλο — το, Ν 1. α) σύνολο ή μέρος μουσικής σύνθεσης για φωνή ή για όργανο, που είναι γραμμένο για έναν και εκτελείται ή ερμηνεύεται από έναν μόνο εκτελεστή ή ερμηνευτή («σόλο βιολί») β) (ειδικά) μονωδία 2. αυτοσχεδιασμός ποικίλης έκτασης που αναπτύσσει… …   Dictionary of Greek

  • τακσίμ — το, Ν μελωδικός αυτοσχεδιασμός με ελεύθερη μορφή, στην ισλαμική μουσική, ο οποίος εκτελείται από σόλο φωνή ή σόλο όργανο ή και από τα κύρια όργανα μιας ορχήστρας, τα οποία πρωταγωνιστούν διαδοχικά …   Dictionary of Greek

  • φασισμός — Ιταλικό πολιτικό κίνημα, που ιδρύθηκε στο Μιλάνο στις 23 Μαρτίου 1919 από τον Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος στηρίχτηκε σε αυτό για να καταλάβει την εξουσία και να επιβάλει στην Ιταλία ένα δικτατορικό καθεστώς από το 1922 έως το 1945. Η λέξη φ. (που …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”